Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Είδα το θάνατό μου

Τις τελευταίες μέρες που η διάθεσή μου είναι υπό του μηδενός προσπαθώ να γεμίσω τις ώρες μου άσκοπα. Έχοντας ζήσει δύο γεμάτα χρόνια σε μία δουλειά προγραμματιζόμενη σαν ρομποτάκι μου είναι λίγο δύσκολο να γεμίσω το 24ωρο το οποίο παραδόξως εκεί που νόμιζα πως ήταν πολύ μικρό έχει γίνει μεγάλο σαν εβδομάδα. Στην προσπάθεια μου λοιπόν να αισθανθώ λίγο καλύτερα επέλεξα μία ομοιοπαθητική θεραπεία η οποία πίστευα ακράδαντα πως θα είχε αποτέλεσμα. Να βλέπω ότι πιο λυπητερό και μίζερο υπάρχει σε ταινία ή σειρά ή ντοκιμαντέρ ή κάτι τέλος πάντων που θα με έκανε να εκτιμήσω τα αγαθά που υπάρχουν στη ζωή μου. Ξεκίνησα με το pianist αυτή την απίστευτη ταινία. Ένιωσα άσχημα για τους Εβραίους της Πολωνίας, δάκρυσα με τα βασανιστήρια των Γερμανών εις βάρος τους, εκτίμησα τα γεμιστά δύο ημερών που δεν έτρωγα πεισματικά καθώς αυτοί δεν είχαν να φάνε τίποτα... Μετά από δυο μέρες το ξέχασα. "Πόλεμος είναι...", σκέφτηκα και συνέχισα την μιζέρια μου σαν να μην είδα την ταινία ποτέ.

Το πάνθεον μιζέριας συνεχίστηκε με ταινίες τύπου Midnight express,Shawshank Redemption (η οποία και με έκανε να χαμογελάσω καθώς είδα πως σε κάποιες περιπτώσεις η επιμονή και η υπομονή επιβραβεύεται) και άλλες πολλές. Λίγο η μυθοπλασία, λίγο το γεγονός ότι μια ταινία απασχολεί κατά μέσο όρο 1 ώρα τον εγκέφαλό σου αφού την δεις, δεν μπόρεσα να πεισθώ ότι η δική μου η μιζέρια έχει κάτι να ζηλέψει από των πλασματικών πρωταγωνιστών. Μέχρι χθες...

Στην αναζήτηση της τέλειας ταινίας/ντοκιμαντέρ που θα γεμίσει το άλλο ένα ανούσιο βράδυ μας ο Τ. και εγώ αποφασίσαμε να δούμε την εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη που ήταν αφιερωμένη στους ασθενείς της κυστικής ίνωσης. Μία ασθένεια άγνωστη για μένα καθώς παρόλο που είναι  η πιο θανατηφόρα ασθένεια της λευκής φυλής (και 1 στους 20 είναι φορέας χωρίς να το ξέρει). Μία ασθένεια η οποία δεν έχει την δημοσιότητα και την αναγνωρισιμότητα του καρκίνου και του aids αλλά παρόλα αυτά βρίσκεται ανάμεσά μας.
"Αντέχεις και άλλη στεναχώρια;", ρώτησε ο Τ. πριν πατήσει το play του βίντεο.
"Ναι αντέχω", αποκρίθηκα και προετοιμάστηκα να αντικρίσω ανθρώπους ηττημένους και παραδομένους στην ασθένειά τους.

Αυτό που είδα δεν ήταν αυτό για το οποίο είχα προετοιμαστεί. Οι κακομοιριασμένοι άρρωστοι που έπλασα στο μυαλό μου ήταν δυνατά παιδιά, φοιτητές, αθλητές, εργαζόμενοι, κοινωνικοί, χαμογελαστοί άνθρωποι που η μόνη διαφορά που είχαν από μένα και από σένα ήταν ότι πολύ απλά έπρεπε να μπαίνουν στο νοσοκομείο κάθε τρεις μέρες για την θεραπεία τους, να κάνουν ασκήσεις πνευμόνων κάθε πρωί και βράδυ και να παίρνουν μία χούφτα φάρμακα κάθε μέρα. Άνθρωποι μαχητές οι οποίοι ξεπέρασαν κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής των 20 και έκλειναν αισίως τα 30 καλωσορίζοντας την νέα δεκαετία με όνειρα και ελπίδες. Το βλέμμα τους ήταν το κάτι άλλο. Είχα τόσο καιρό να δω αισιόδοξο βλέμμα. Είχα τόσο καιρό να δω άτομα να ονειρεύονται φωναχτά και να έχουν πίστη στον εαυτό τους. "Θέλω να ανέβω το τάδε βουνό" "Θέλω να πάω ταξίδι στην Κούβα" "Θέλω να παίξω σε θεατρική παράσταση" "Θέλω να πάρω πτυχίο αρχιτεκτονικής"! Θέλω , θέλω, θέλω! Οι προτάσεις έπεφταν σαν βόμβες στα αυτιά μου και ως ένα σημείο ένιωσα τα δικά μου θέλω να αργοξυπνάνε και να κλωτσάνε σαν μωρά στην κοιλιά.

Κλείσαμε τον υπολογιστή και πήγαμε για ύπνο.

Το τελευταίο διάστημα τα όνειρά μου είναι ζωντανά και παραστατικά. Έχοντας το background της ψυχολόγας θέλω να τα αναλύω μέχρι τελευταίας αηδιαστικής λεπτομέρειας. Σε αυτό συνετέλεσε πολύ και η φίλη μου η Τάμαρα και η πίστη της στον Φρόιντ και στην ψυχανάλυση.

Είδα λοιπόν πως πέθαινα. Από αρρώστια βέβαια και ότι μου απέμεναν λίγα λεπτά. Ανά πάσα ώρα και στιγμή τα μάτια μου βάραιναν και έκλειναν. Ήταν ένας θάνατος γλυκός και ανώδυνος που κάθε άνθρωπος ονειρεύεται. Δεν φοβόμουν αυτό, δεν φοβόμουν τη γλυκιά λήθη. Εκείνα τα ανατριχιαστικά δευτερόλεπτα πέρασαν από το μυαλό μου όλα όσα ήθελα να πω και δεν είπα και όλα όσα ήθελα να κάνω και δεν έκανα. Συγκλονιστικό συναίσθημα. Νιώθεις κυριολεκτικά πως έκανες μία τρύπα στο νερό. Πως είχες το χρόνο να διορθώσεις κάποια πράγματα και δεν το έκανες. Άφησες τον χρόνο να κυλάει και να χάνεται σαν άμμος ανάμεσα από τα δάχτυλά σου. Πολύ απλά δεν άντεξα να δω το τέλος. Πιθανόν πίεσα τον εαυτό μου να ξυπνήσει, πιθανόν ήταν πολύ too much για τον εγκέφαλό μου.

Ξύπνησα ιδρωμένη χαράματα και έγειρα στον ώμο του Τ. και έκλαψα σαν μικρό παιδί. Με παράπονο και λύτρωση όπως όταν δεν αγοράζεις στο κοριτσάκι την κούκλα αλλά μετά του την δίνεις και αυτό για έναν άγνωστο λόγο συνεχίζει να κλαίει. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το όνειρα και αυτά τα παιδιά τα οποία άθελά τους με τις διηγήσεις τους έβαλαν το υποσυνείδητό μου να νιώσει έστω και στο ελάχιστο αυτό που περνάνε κάθε μέρα.

Δεν μπορώ να πω πως ξύπνησα άλλος άνθρωπος, ούτε ότι η μιζέρια έφυγε από μέσα μου δίνοντας την θέση της σε αμέριστη χαρά και ενθουσιασμό για τη ζωή. Αλλά σίγουρα ξύπνησαν κάποια χαμένα όνειρα και επιθυμίες τα οποία θέλω να κάνω πριν πεθάνω. Να μην σταματήσω να γράφω ποτέ κι ας μην με διαβάζει κανείς, να εκδόσω ένα βιβλίο και ας μην το διαβάσει κανείς, να κάνω ή να υιοθετήσω ένα παιδάκι, να πάω ταξίδι στην Νέα Υόρκη. Έστω και ένα να κάνω θα πεθάνω ευτυχισμένη.

Αφιερωμένο στους μαχητές της κυστικής ίνωσης και στην φίλη μου την Τάμαρα που πιστεύει στον συμβολισμό των ονείρων!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου